koinoniaorthodoxias.com.gr

ads

LATEST UPDATES

Business

Fashion

Technology

Photography

Games

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2021

Ευχή εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν

 

Δέσποτα Χριστέ, ο Θεός, ο τοις πάθεσί σου τα πάθη μου θεραπεύσας, και τοις τραυμασί σου τα τραύματά μου ιατρεύσας, χάρισαί μοι τω πολλά σοι πταίσαντι δάκρυα κατανύξεως. Συγκέρασόν μου το σώμα, από οσμής του ζωοποιού σώματός σου, και γλύκανόν μου τη ψυχήν, τω σω τιμίω αίματι, από της πικρίας, ην με ο αντίδικος επότισεν. Ύψωσόν μου τον νουν προς σε, κάτω ελκυσθέντα, και ανάγαγέ με από του χάσματος της απωλείας. Ότι ούκ έχω μετάνοιαν, ούκ έχω κατάνυξιν, ούκ έσω δάκρυον παρακλητικόν, τα επανάγοντα με τέκνα προς ιδίαν κληρονομίαν. Εσκότισμαι τον νουν εν τοις βιωτικοίς πάθεσι, και ουκ ισχύω ατενίσαι προς σε εν οδύνη, ου δύναμαι θερμανθήναι τοις δάκρυσι της προς σε αγάπης.

Αλλά, Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, ο θησαυρός των αγαθών, δώρησαί μοι μετάνοιαν ολόκληρον, και καρδίαν επίπονον εις αναζήτησίν σου. Χάρισαι μοι την χάριν σου, και ανακαίνησον εν εμοί τας μορφάς της σης εικόνος. Κατέλιπόν σε, μη με εγκαταλίπης. Έξελθε εις αναζήτησίν μου, επανάγαγέ με προς την νομήν σου, συναρίθμησόν με τοις προβάτοις της εκλεκτής σου ποίμνης, και διάθρεψόν με συν αυτοίς εκ της χλόης των θείων σου Μυστηρίων. Πρεσβείαις της πανάγνου Μητρός σου, και πάντων των Αγίων σου. Αμήν.

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

Συναξάρι 11ης Φεβρουαρίου

Συναξάρι 11ης Φεβρουαρίου

 ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

 

Μνμη το γου Ιερομρτυρος Βλασου, ρχιεπισκπου Σεβαστεας.

Ὁ Ἅ­γι­ος Βλά­σι­ος ἔ­ζη­σε στά χρό­νι­α τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος Λι­κινίου (308-323 μ.Χ.). Ἐσπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κή, ἀλλά προσέφερε χωρίς χρήματα τίς ὑπηρεσίες του, ὡς φιλανθρωπία, στούς πάσχοντες καί ἀσθενεῖς. Ἐκτός ἀπό τήν ἰατρική βοήθεια ἐχορηγοῦσε δωρεάν στούς ἀσθενεῖς τά φάρμακα καί τούς ἔδινε τά ἔξοδα τῆς νοσηλείας τους. Ἡ φιλανθρω-πική του δραστηριότητα ἐκαλλιεργεῖτο στήν ψυχή του ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν  Θεό καί τή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ Ἐκκλησία τόν δέχθηκε στίς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου καί τόν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο Σεβαστείας[1].

Ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ Λικινίου, ὁ ἔπαρχος Ἀγρικόλας τόν συνέλαβε καί τόν ὑπέβαλε σέ φρικτά βασανιστήρια.  Οἱ στρατιῶτες, ἀφοῦ τόν μαστίγωσαν ἀνηλεῶς μέ ραβδιά, τόν ἐκρέμασαν ἀπό ξύλο καί στή συνέχεια τόν ὁδήγησαν δεμένο στή φυλακή. ῎Επειτα τόν ἔρριξαν στό βυθό μιᾶς λίμνης. Ὅμως ὁ Ἅγιος, μέ τή θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, διασώθηκε. ᾿Εξοργισθέντες τότε οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως τόν ἀποκεφάλισαν. ῎Ετσι, ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βλάσιος ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο τῆς δόξας τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στό Μαρτύριό του, τό ὁποῖο βρισκόταν  κοντά στό Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Φιλίππου.

Τ ατ μρᾳ, μνμη τν γων δο Παδων καί τν πτ γυναι-κν Μαρτύρων, τν συναθλησντων τ γίῳ Βλασίῳ.

Κατά τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Βλασίου ἑπτά γυναῖκες, οἱ ὁποῖες τόν ἀκολουθοῦσαν, αἰσθάνθηκαν τόση ἀγανάκτηση γιά τή σκληρή ἀδικία καί θαυμασμό πρός τόν Ἅγιο, ὥστε ἔλεγξαν τόν ἔπαρχο Ἀγρικόλα καί διεκήρυξαν μέ παρρησία τήν πίστη τους στόν Χριστό. Γιά τήν ὁμολογία τους αὐτή ἀποκεφαλίσθηκαν καί, ἔτσι ἔλαβαν τούς στεφάνους τοῦ Μαρτυρίου.

Μαζί μέ τόν Ἅγιο Βλάσιο ἦσαν στή φυλακή καί δύο νέοι, τούς ὁποίους ὁ Ἅγιος κατήχησε καί ἐβάπτισε. Καί οἱ δύο συνήθλησαν μετά τοῦ Ἁγίου καί κατέστησαν κοινωνοί τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου αὐτοῦ καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. 

Τῇ αὐτῆ ἡμέρᾳ, ἑορτάζομεν τήν εὕρεσιν τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Ζαχαρίου, πατρός Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου.

Τά ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγίου Ζαχαρίου ( 5 Σεπτεμβρίου) ἀνευρέθησαν, κατά πληροφορία τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Δοσιθέου, τό ἔτος 415 μ.Χ., στήν Ἐλευθερούπολη τῆς Παλαιστίνης ἐπί αὐτοκράτορος Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408-450 μ.Χ.)[2] ἀπό κάποιον πού ὀνομαζόταν Καλήμερος. Τά ἱερά λείψανα μαζί μέ τό σκήνωμα τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ υἱοῦ Ἰακώβ, κατατέθηκε στή Μεγάλη Ἐκκλησία.

Περί τῆς μετακομιδῆς δέ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Προφήτου Ζαχαρίου στή Βενετία τῆς Ἰταλίας γράφει ὁ Πατριάρχης Ἱεροσο-λύμων Νεκτάριος[3]. 

Τ ατ μρᾳ, μνμη τῆς ἁγίας Θεοδρας τς βασιλσσης, τς στερεωσσης τήν ᾿Ορθοδοξαν.

Ἡ Ἁ­γί­α Θε­ο­δώ­ρα, ἡ βασίλισσα, ἐγεν­νή­θη­κε στή Ἔ­βεσ­σα τῆς Πα­φλα­γο­νί­ας[4], τό 815 μ.Χ., ἀ­πό εὐ­σε­βεῖς γο­νεῖς, τό δρουγ­γά­ρι­ο[5] Μα­ρῖ­νο καί τήν ἐ­νά­ρε­τη Θε­ο­κτί­στη πού δι­α­κρι­νό­ταν γι­ά τήν εὐ­λά­βει­ά της καί τήν προσήλωσή της στήν ὀρ­θόδοξη πίστη. Ἡ Ἁγία εἶχε τρεῖς ἄλλες ἀδελφές, τήν Σοφία, τήν Μαρία καί τήν Εἰρήνη, καί δύο ἀδελφούς, τόν Βάρδα καί τόν Πετρωνᾶ. Τό ἔτος 830 μ.Χ. ἐνυμφεύ-θηκε τόν αὐτοκράτορα Θε­ό­φι­λο (829-842 μ.Χ.), ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν εἰ­κο­νο­μά­χος. Παρά τό εἰκονομαχικό κλῖμα πού ἐπικρατοῦσε  ἡ Θεοδώρα ἐξακολουθοῦσε νά τιμᾶ τίς ἱερές εἰκόνες καί νά τίς φυλάσ-σει κρυφά στά δώματά της. Ἡ μητέρα της, Θεοκτίστη, ἐγκατέλειψε τά ἀνάκτορα καί ἀποσύρθηκε σέ γυναικεία μονή, τήν ὁποία ἡ ἴδια εἶχε ἱδρύσει.

 Τό 842 μ.Χ. ὁ Θεόφιλος ἀπέθανε καί ἡ Ἁγία Θε­ο­δώ­ρα ἀ­νέ­λα­βε τή βασιλεία καί τήν ἐ­πο­πτεί­α του ἀ­νή­λι­κου υἱ­οῦ της Μι­χα­ήλ, μέ συνεπιτρόπους τόν ἀδελφό της Βάρδα, τόν ἐκ τοῦ πατέρα της θείου της, πού ἦταν μάγιστρος[6], καί τό λογοθέτη[7] Θεόκτιστο. Ἡ πρώτη ἐνέργεια ἦταν ἡ ἀπομάκρυσνη τοῦ εἰκονομάχου Πατριάρχου Ἰωάννου καί ἡ ἐκλογή τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου(†14 Ἰουνίου). Ἡ Σύ­νο­δος, πού συνῆλθε στίς 11 Μαρτίου τοῦ 843 μ.Χ., ἀ­πε­φά­σι­σε τήν ἀ­να­στή­λω­ση τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων καί ἀνόρθωσε τή διδασκαλία τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μεγαλοπρεπής πανήγυρις ἐτελέσθη τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, στό ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας,  πού ἀπό τότε καθιερώθηκε ὡς Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἀλλά ἐκτός ἀπό τό ζήτημα τῶν εἰκόνων, τήν Ἁγία Θεοδώρα ἀπασχόλησαν καί ἄλλοι ποικίλοι ἐσωτερικοί καί ἐξωτερικοί περισπασμοί, ὅπως οἱ ἐπιδρομές τῶν Ἀράβων στή Σικελία καί Μικρά Ἀσία, οἱ ἐπαναστάσεις τῶν Σλαύων τῆς Πελοποννήσου καί τῶν Παυλιανιτῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, οἱ ἐκστρατεῖες κατά τῶν Ἀράβων τῆς Κρήτης, τῆς Συρίας καί τῆς Αἰγύπτου, καί οἱ περιπλοκές μέ τόν ἡγεμόνα τῶν Βουλγάρων Βόγορι, τόν ὁποῖο ὁδήγησε στήν Ὀρθοδοξία. Ἔτσι, ἐμπιστεύθηκε τήν ἀνατροφή τοῦ υἱοῦ της στόν ἀδελφό της Βάρδα, ὁ ὁποῖος, μέ σκοπό τό δικό του συμφέρον, ἐνεθάρρυνε καί ἐνίσχυε κάθε ροπή τοῦ νεαροῦ βασιλέως πρός τήν ἀκολασία. Ἡ δολοφονία τοῦ λογοθέτου Θεοκτίστου κατέστησε τόν ἀδελφό τῆς Ἁγίας πανίσχυρο, ὥστε νά περιφρονεῖ καί νά ἀπειλεῖ καί τήν ἴδια.

 Ἀρ­γό­τε­ρα, ὁ ἴ­δι­ος ὁ υἱ­ός τῆς Ἁγίας, Μι­χα­ήλ, καί ὁ ἀ­δελ­φός της, Βάρ­δας, δι­έ­τα­ξαν τόν ἐ­γκλει­σμό της, μα­ζί μέ τίς θυ­γα­τέ­ρες της Ἄννα, Θέκλα, Ἀναστασία, Μαρία καί Πουλχερία, στή μο­νή Γα­στρί­ων, στήν περιοχή τῶν Ὑψωμαθείων, καί τήν κουρά της ὡς μοναχῆς. Ἐ­κεῖ ἡ  Ἁγία Θε­ο­δώ­ρα ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στήν προ­σευ­χή καί στήν ἄσκηση. Ἐ­κοι­μή­θηκε ὁσίως μέ εἰρήνη τό ἔτος 867 μ.Χ., τό δέ ἱερό λεί­ψα­νό της φυλάσσεται μέ εὐλάβεια στό να­ό τῆς Πα­να­γί­ας Σπη­λαι­ω­τίσ­σης στήν Κέρ­κυ­ρα.

Τ ατ μρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Βλασίου, τοῦ ἐξ Ἀκαρνανίας.

    Ὁ Ἅγιος Βλάσιος ἐγεννήθηκε πιθανῶς στό χωριό Σκλάβαινα τῆς Ἀκαρνανίας[8] περί τά τέλη τοῦ 10ου καί ἀρχές τοῦ 11ου αἰῶνος μ.Χ., ὅπου τό ἔτος 1923 βρέθηκε ὁ τάφος του καί τό τίμιο λείψανό του. Ἐκάρη μοναχός στή μονή Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, στήν παλιά Κιά-φα[9]-Σκλάβαινα τῆς ἐπαρχίας Βόνιτσας καί Ξηρομέρου, στήν ὁποία διετέλεσε καί ἡγούμενος. Ἐμαρτύρησε τό ἔτος 1006 ἀπό τούς Ἀγαρηνούς πειρατές μαζί μέ πέντε συμμοναστές του. Τό μαρτύριό του ἐφανέρωσε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος σέ πολλούς εὐσεβεῖς ἱερεῖς καί Χριστιανούς τῆς περιοχῆς.

Τ ατ μρᾳ μνήμη τοῦ ἁγίου Γαβριήλ τοῦ βασιλέως.

Ὁ Ἅγιος Γαβριήλ (Βσεβολόδος Μστισλάβιτς), υἱός τοῦ μεγάλου Ρώσου ἡγεμόνος, ἐπί πολλά ἔτη καταπολέμησε, ὡς Πρίγκηπας τοῦ Νόβγκοροντ, τίς διαμάχες μεταξύ τῶν διαφόρων Ρώσων ἡμεμόνων. Μετά τήν κοίμηση αὐτοῦ, τό ἔτος 1138 μ.Χ., ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τόν ἀνεκήρυξε Ἅγιο καί θαυματουργό τό ἔτος 1549. 

† Τῆ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Δημητρίου, τοῦ ἐκ Ρωσίας.

    Ὁ Ὅσιος Δημήτριος τοῦ Πριλούσκϊυ ἐγεννήθηκε στήν περιοχή Περεγιασλάβ Ζαλέσκ τῆς Ρωσίας κατά τόν 14ο αἰώνα μ.Χ. ἀπό οἰκογένεια πλούσια καί εὐσεβή. Ἀπό νεαρά ἡλικία ἐκάρη μοναχός καί ἵδρυσε μονή ἀφιερωμένη στόν Ἅγιο Νικόλαο.

Τό ἔτος 1354 ὁ Ἅγιος Δημήτριος συναντήθηκε μέ τόν Ἅγιο Σέργιο τοῦ Ραντονέζ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει στό Περεγιασλάβ, γιά νά ἐπισκεφθεῖ τόν Μητροπολίτη Ἀθανάσιο. Ἀπό τότε οἱ δύο Ἅγιοι συνεδέθησαν διά φιλίας.

Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ἐξαπλώθηκε τόσο πολύ, ὥστε ὁ μέγας πρίγκηπας Δημήτριος Ἰωάννοβιτς τοῦ ἐζήτησε νά γίνει πνευματικός πατέρας τῶν τέκων του.

Ὅμως ὁ Ἅγιος ἐπιθυμοῦσε τή μοναχική ἡσυχία. ὑπό τήν ἐπίδραση τοῦ Ἁγίου Σεργίου ἀποσύρεται σέ ἀπομακρυσμένο τόπο καί ἐγκαθίσταται βόρεια μέ τό μαθητή του Παχώμιο.

Στά δάση τῆς περιοχῆς Βολογκντά, κοντά στόν ποταμό Βελίκα, ἔκτισε τό ναό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί ἑτοιμαζόταν νά θέσει τά θεμέλια γιά τήν ἀνέγερση μονῆς. Ὁμως οἱ ντόπιοι, μέ τό φόβο ὅτι τά χωράφια τῆς περιοχῆς θά γίνονταν μοναστηριακή περιουσία, ἀντέδρασαν καί ἐζήτησαν ἀπό τούς δυό μοναχούς νά ἀποχωρήσουν. Ἐκεῖνοι, χωρίς νά θέλουν νά ἐπιβαρύνουν κανέναν μέ τήν παρουσία τους, μέ πικρία ἀπεχώρησαν.

Ὁ Ὅσιος Δημήτριος συνέστησε τότε τήν πρώτη κοινοβιακή μονή στό ρωσικό βορρᾶ. Τό ἔτος 1372, μέ τήν πολύτιμη βοήθεια τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, ἀποπερατώθηκε ὁ ξύλινος καθεδρικός ναός τοῦ Σωτῆρος καί τό πρόσωπο τοῦ Ὁσίου ἄρχισε νά προσελκύει μαθητές καί μοναχούς ἀκόμη καί ἀπό τήν περιοχή τῆς γενέτειράς του.

Στή νέα του μοναστική κοινότητα ὁ Ὅσιος συνεδύαζε τήν προσευχή μέ τήν αὐστηρά ἄσκηση καί νηστεία, ἀλλά καί τή φιλανθρωπία. Ἐφρόντιζε γιά τό συσσίτιο τῶν πεινώντων, ἐφιλοξενοῦσε ἄστεγους, ἐβοηθοῦσε τούς πτωχούς, παρηγοροῦσε τούς θλιμμένους καί συνεβούλευε πνευματικά ὅσους προσέτρεχαν καί ἐκζητοῦσαν τόν Κύριο. Τίς δωρέες τῶν πιστῶν πρός τή μονή τίς ἐδεχόταν μέ διάκριση καί προσοχή καί τίς διαχειριζόταν μέ τέτοιο τρόπο πού δέν προκαλοῦσε, ἀφοῦ πρόσεχε ἰδιαίτερα νά μήν καλλιεργεῖται στήν καρδιά τῶν μοναχῶν κοσμικό φρόνημα.

Ὁ Ἅγιος Θεός τόν ἐπροίκισε μέ τό χάρισμα τῆς διακρίσεως. Ἀφοῦ ἔζησε τό ὐπόλοιπο τοῦ βίου του θεοφιλῶς καί θεαρέστως, ὁ Ὅσιος Δημήτριος ἐκοιμήθηκε σέ βαθύ γῆρας τό ἔτος 1392.      

† Τῆ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Σιναῒτου.

    Βλ. † 6 Ἀπριλίου. 

Τ ατ μρᾳ, μνήμη το γου νεομρτυρος Γεωργου, τοῦ ἐκ Σερβίας.

    Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ἐγεννήθηκε στήν πόλη Κράτοβα[10] τῆς Σερβίας ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Δημήτριο καί τήν Σάρρα. Ἀπό πολύ μικρή ἡλικία ἐπιδόθηκε στή μελέτη τοῦ θείου λόγου καί ἀργότερα ἔμαθε τήν τέχνη τοῦ χρυσοχόου. Ἔχασε τόν πατέρα του σέ νεαρά ἡλικία καί φοβούμενος μήπως, λόγῳ τῆς ὡραιότητός του, ἀπαχθεῖ στήν αὐλή τοῦ σουλτάνου Βαγιαζῆ Β΄(1481-1512 μ.Χ.), ἦλθε στή Βουλγαρία καί παρέμεινε στή Σόφια πλησίον ἑνός ἱερέως πού ὀνομαζόταν Πέτρος. Ὁ ἱερεύς ἐκεῖνος τοῦ παρέσχε κάθε μέσο γιά νά διδαχθεῖ τά ἱερά γράμματα. Καί ἔτσι ὁ Ἅγιος ζοῦσε βίο θεοφιλῆ καί ἀσκητικό.

    Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νά τόν ἐξισλαμίσουν καί γιά τό λόγο αὐτό μεταχειρίσθηκαν ἔμπειρο μουσουλμᾶνο διδάσκαλο, ὁ ὁποῖος σάν ἀφορμή γιά νά πλησιάσει τόν Γεώργιο προσκόμισε σέ αὐτόν χρυσό γιά κατασκευή κοσμήματος. Κατά τίς ἐπαφές μαζί του ὁ Γεώργιος ἀπέδειξε ὅτι ἡ μόνη ἀληθινή πίστη εἶναι ἡ χριστιανική καί ἤλεγξε ὡς ψευδῆ τή μουσουλμανική θρησκεία. Γιά τό λόγο αὐτό ὁδηγήθηκε στόν κριτή. Παρά τίς κολακεῖες, τίς ὑποσχέσεις καί τίς ἀπειλές ὁ Μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στήν πατρώα εὐσέβεια. Ὁ ἱερεύς Πέτρος τόν ἐπισκέφθηκε στή φυλακή, τόν ἀσπάσθηκε καί τοῦ εἶπε: «Χαῖρε, Γεώργιε, ἐσύ σήμερα ἐδόξασες τόν Χριστό, ὅπως κάποτε ὁ Πρωτομάρτυρας Στέφανος, καί ὁ νέος Στέφανος τήν ἐποχή τῆς εἰκονομαχίας, καί ἄλλοι πολλοί ἅγιοι, γιατί παρόμοιο ἔργο καί σύ ἔκανες». Μετά ἀπό αὐτά ὁ Ἅγιος ὁδηγήθηκε καί πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά τόν υἱοθετήσει καί θά τοῦ χαρίσει ἀμέτρητα πλούτη καί δόξα, ἐάν ἀρνηθεῖ τόν Χριστό. Ὁ Ἅγιος καί πάλι ἐξεδήλωσε τή διάθεσή του νά μαρτυρήσει καί ὁμολόγησε τόν Χριστό. Τότε ὁ κριτής, ὑπο-κύπτοντας στίς πιέσεις τοῦ ὄχλου, παρέδωσε τό Μάρτυρα στό μαινόμενο πλῆθος, τό ὁποῖο τόν ἔδεσε καί τόν περιέφερε ἀνά τίς ὁδούς τῆς πόλεως. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἀναδείχθηκε Μάρτυρας τῆς πίστεως καί ὑπέστη τόν διά πυρᾶς θάνατο, τό ἔτος 1515 μ.Χ. στή Σόφια τῆς Βουλγαρίας.

Τ ατ μρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Κασσιανοῦ, τοῦ ἐκ Ρωσίας.

    Ὁ Ὅσιος Κασσιανός τοῦ Μποσόϊ ἔζησε καί ἀσκήτεψε στή μονή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Βολοκολάμσκ τῆς Ρωσίας, ὅπου ἦταν ἡγούμενος ὁ Ὅσιος Ἰωσήφ († 9 Σεπτεμβρίου).

Ὁ Ὅσιος Κασσιανός ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1532.

Τ ατ μρᾳ, ἀνάμνησις τοῦ θαύματος τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Πάργᾳ. 

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν!

[1] Ἀρχαία πόλη τῆς Ἀνατολικῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὀνομαζόταν Σεβαστή, Κάβειρα καί Διόσπολη. Ὁ βασιλέας τῆς Ἀρμενίας Σενεχερίμ, τόν 11ο αἰώνα μ.Χ., ἀντάλλαξε τήν ἀρμενική ἐπαρχία Βασπουραγκάν μέ τήν πόλη Σεβαστή καί τήν ἀνήγαγε σέ πρωτεύ-ουσα τῆς Μικρᾶς Ἀρμενίας. Σήμερα ἡ Σεβάστεια κελεῖται Σουβάζ ἤ Σιβάζ.
[2] Σωφρονίου Εὐστρατιάδου, Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σελ. 160. Ἱεροσολύμων Δοσιθέου, Δωδεκάβιβλος, σελ. 267.
[3] Ἱεροσολύμων Νεκταρίου, Ἀντίρρησις περί τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα, σελ. 192.
[4] Χώρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας πού κεῖται στό βόρειο τμῆμα αὐτῆς μεταξύ τοῦ Πόντου, τῆς Βιθυνίας, τοῦ Εὐξείνου Πόντου καί τῆς Γαλατίας.
[5] Ἡ λέξη δρουγγάριος προέρχεται ἀπό τό λατινικό ρῆμα drugo. Ἦταν στούς Βυζαντινούς στρατιωτικός βαθμός καί ἀξίωμα πρός τό τοῦ χιλίαρχου.
[6] Ἀξίωμα καί πολιτικός τίτλος στούς Ρωμαίους καί Βυζαντινούς.
[7] Τό ἀξίωμα τοῦ λογοθέτου ἔφεραν οἱ ἀνώτατοι ἄρχοντες τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατο-ρίας, πού διαχειρίζονταν τίς ὑποθέσεις τοῦ κράτους.
[8] Χωριό τῆς κοινότητος Παλαίρου (Ζαβέρδας) τῆς ἐπαρχίας Βόνιτσας καί Ξηρομέρου.
[9] Ἡ λέξη εἶναι ἀλβανική καί σημαίνει λαιμό, αὐχένα.
[10] Πόλη τῆς Νότιας Σερβίας, στήν περιοχή τῶν Σκοπίων.


Όταν ο Χριστός εγκύψη μέσα μας…

 

Ο Χριστός –είπε ο άγιος Πορφύριος– είναι παντού και όλοι οι Άγιοι είναι παντού. Τώρα αυτό εξηγήστε το και εσείς, εγώ δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Μόνο σας λέω, όπου σκέφτεσαι τον Άη-Αντώνη, και τώρα μπορεί να τον σκεφτώμαστε εμείς εδώ, άλλοι τον σκέφτονται στην Θηβαΐδα, άλλοι στην Αίγυπτο, άλλοι στα Ιεροσόλυμα, άλλοι στο Σινά. Αυτήν την ώρα είναι κι εδώ κι εκεί κι εκεί. Τι λέτε; Είναι στον κόσμο τον πνευματικό.

Και ενώ είμαστε χριστιανοί τίποτα δεν ξέρουμε, ρε παιδιά, τίποτα, τίποτα δεν ξέρουμε από Χριστό. Και ζούμε οι καημένοι και διαβάζουμε και κανένα λόγο, ωραίος είναι, ωραία τα είπε και ο πατήρ Αυγουστίνος και ο πατήρ Νικόλαος, πώς τον λένε;… Πολύ ωραία κι όμως μένουμε πιστοί εις την ορθότητά μας, εις την απερισκεψία μας και ζούμε χωρίς Χριστό.

Ο Χριστός είναι άλλο πράγμα. Όταν έλθη ο Χριστός στον άνθρωπο, στην ψυχή μας, η ψυχή γίνεται αλλοιώς, ζει παντού, ζει στ’ άστρα, ζει στον κόσμο τον πνευματικό, ζει στο χάος, ζει στο σύμπαν. Μιλάνε με το τηλέφωνο στην Νότιο Αφρική, στον Ινδικό Ωκεανό και τους λέει (ο χαρισματούχος) για το σπίτι τους, για τα κορίτσια τους, για την οικογένειά τους και αυτός είναι εδώ. Καταλάβατε;

Σεις τώρα θα νομίζετε έτσι που σας τα λέω ότι τέλος πάντων εγώ είμαι κάτι. Δεν είμαι τίποτα. Όμως και απ’ αυτά που λέω, λίγο σαν να τα γεύωμαι. Πολύ λίγο και προσπαθώ και θέλω και αγαπώ. Αλλά πολλές φορές το ζω με την Χάρη του Θεού χωρίς να μιλάω, δεν μου επιτρέπεται. Ό,τι μου επιτρέπεται το λέω, αλλά δεν μπορώ να πω πάντοτε.

Χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή, πάει τελείωσε. Αν δεν βλέπης τον Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό. Κατάλαβες; Θυμάμαι κιόλας το τραγούδι: «Συν Χριστώ πανταχού, φόβος ουδαμού», το ‘χετε ακούσει;

Έτσι πράγματι να βλέπουμε τον Χριστό, είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο, είναι το παν, αλλά είναι φίλος και το φωνάζει «βρε, σας έχω φίλους, δεν το καταλαβαίνετε; είμαστε αδέλφια, εγώ δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω, σας θέλω να χαίρεστε μαζί μου την ζωή».

Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια που ο άνθρωπος σκέφτεται και βασανίζεται από διάφορους λογισμούς και διάφορες πιέσεις που κατά διαφόρους καιρούς στην ζωή του τον ετραυμάτισαν.

Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινό που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάη, (να) τα βλέπη όλα, να βλέπη όλους, να πονάη για όλους, να θέλη όλους μαζί του, όλους κοντά στον Χριστό.

Όταν εμείς βρίσκωμαι κάποιο θησαυρό ή ό,τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως όταν βρη τον Χριστό, όταν γνωρίση τον Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψη μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθή, θέλει να φωνάζη, θέλει να το λέη παντού, θέλει να λέη για τον Χριστό, τι είναι ο Χριστός, «αγαπήσατε τον Χριστό και μηδέν προτιμήσετε της αγάπης Αυτού».

Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρο των εφετών. Όλα στον Χριστό υπάρχουν τα ωραία και μακράν του Χριστού η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια.

Όπου βρούμε τον Χριστό ας είναι και μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε να μη χάσουμε τον Χριστό. Διαβάστε να δήτε, ασκηταί που εγνώρισαν τον Χριστό δεν ήθελαν να φύγουν από την σπηλιά, ούτε βγαίναν έξω να κάνουνε πιο πέρα, θέλαν να ‘ναι εκεί που αισθανόντουσαν τον Χριστό μαζί τους.

Ο Χριστός είναι πηγή της ζωής, της χαράς. Έτσι καλούμεθα να ζήσουμε, όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Και στις ώρες αδυναμίας μας, μόλις ειδούμε τον Χριστό αμέσως αλλάζουμε γνώμη και θέλουμε να ‘μαστε με τον Χριστό.

Αλλά ο Χριστός είναι ο φίλος μας, είναι ο αδελφός μας, το φωνάζει «Υμείς φίλοι μου εστέ», δεν θέλω να με βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι είμαι μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε, να αισθάνεσθε στην ψυχή σας τον φίλο σας, Εμένα που είμαι η πηγή της ζωής, που είμαι η αλήθεια.

Τώρα είπαμε υπάρχει ο Σατανάς; υπάρχει η κόλασις; υπάρχει ο θάνατος; Ναι όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν. Είναι το άλλο μέρος το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού. Ο άνθρωπος του Χριστού όταν αγαπήση τον Χριστό απαλλάττεται απ’ τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο.

Θα μου πης «εσύ έφτασες να είσαι έτσι;», δεν έχω φτάσει, αυτό θέλω και στην σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζω, όμως προσπαθώ, δηλαδή πώς να σας πω; Δεν έχω πάει σ’ ένα μέρος έτσι, ή πήγα μια φορά το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω, να τώρα, αυτήν την στιγμή, αύριο-μεθαύριο κάθε στιγμή μου ‘ρχεται και θέλω να πάω εκεί. Το ζητάω, δεν είμαι όμως εκεί.

Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε; Ναι, αλλά ζω μέσα σ’ αυτήν την προσπάθεια. Πέστε με κουτό, πέστε ότι αυτά δεν τα λένε, Γέροντα, όποιος προσπαθεί δεν μιλάει, αλλά επικαλείται την θεία Χάρη να τον βοηθήση. Ε! ναι, αλλά άμα τρελλαίνεται κανείς μιλάει. Υπάρχει και τρέλλα. Τώρα που μιλάμε δεν είμαι στα καλά μου, τώρα είμαι κουτός που λέω αυτά.

Το θέμα είναι ώσπου να έρθη ο Χριστός μαζί σου, τότε είσαι παντού “συν Χριστώ”. Αυτό είναι η δυσκολία μας, που δεν έχουμε τον Χριστό. Πάνω σ’ αυτά φροντίσετε κι εσείς. Να τα αισθανθούμε, να τα ζήσουμε και να γίνουν πραγματικότης. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός. Μέχρι το τέλος οι καημένοι οι Απόστολοι φοβήθηκαν, πεισθήκανε, τι πάθανε! Το Πνεύμα που πήγε, αυτό τους ετελείωσε, η Χάρις τους ετελείωσε.

 

Από το βιβλίο: «Ο Όσιος Πορφύριος (Μαρτυρίες – Διηγήσεις – Νουθεσίες)». Α’. Μαρτυρίες. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», σελ. 214.



Πηγή: koinoniaorthodoxias.org

 

Top